27 Μαρτίου 2011
12 Μαρτίου 2011
Σενάρια που θα αφήσουν εποχή
Αστυνομικό θρίλερ: O αστυνόμος O΄Xάρα ερευνά μια δολοφονία. Tο μόνο στοιχείο στον τόπο του εγκλήματος ήταν μια βιντεοκάμερα που φαίνεται να κατέγραψε τα πάντα. Aπλώς ο αστυνόμος είναι τεμπέλης κι όλο αναβάλει την έρευνα. Καλά κατάλαβες: «O΄Xάρα πότε; και η Κάμερα με τα Πειστικά».
Ερωτικό θρίλερ: Μια πιο-σεξυ-και-πρόστυχη-πεθαίνεις ψυχολόγος, που σιχαίνεται τα τατουάζ, αρχίξει να σκοτώνει -γρήγορα για να προλάβει πολλούς- τους εραστές της με παγοκόφτη. Τίτλος: «Βιαστικό Άστικτο».
Sci-Fi θρίλερ: Σε ένα ξενοδοχείο στο κέντρο της Νέας Υόρκης, ο υπάλληλος στη υποδοχή κοιμάται συνεχώς. Και βλέπει όνειρο. Μέσα σε όνειρο. Μέσα σε όνειρο. Μέσα σε όνειρο. Κι πόλη αρχίζει να διπλώνει. Τίτλος: «Reception»
Περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας: Στο μακρινό μέλλον, που ζουν ημιδιαστημικοί άνθρωποι, μια περίεργη γυναίκα με πορτοκαλί μαλλιά και λευκές κορδέλες για ρούχα, προσγειώνεται σε μαστιχονήσι του ανατολικού Αιγαίου. Ένας εξίσου περίεργος άντρας πάει μεσοβδόμαδα να λύσει το μυστήριο. Τίτλος: «Την Πέμπτη Στη Χίο».
Κατασκοπική περιπέτεια: Τρεις τύποι με κοστούμια, σταλμένοι από ένα κακό κράτος που όλοι μιλάνε με "χου", έχουν στόχο να ανατινάξουν ελληνικά κτήρια με κωδικοποιημένους πυροκροτητές. Μπερδεύουν, όμως, τους κωδικούς τους λόγω ασθενούς μνήμης -ξέρεις κατασκοπικό θρίλερ κι έτσι. Τίτλος: «Το κακό Μνημονικό και το ΤΝΤ καταστρέφουν την Ελλάδα».
Μικρού μήκους: Θα είμαι εγώ καθισμένος σε καρέκλα σ΄ένα λοφτ, κρατώντας μια παγωμένη μπύρα στο χέρι κι απέναντί μου μια μελαχροινή με γαλάζια μάτια θα γδύνεται αισθησιακά. Αυτό. Τίτλος: «Beer, γυμνή και θαύμασα».
Βιογραφία: Θα είναι η ιστορία ενός κάγκουρα που οδηγάει παπάκι. Όνειρό του είναι να το βελτιώσει τόσο ώστε κάποτε να προσπερνάει στις κόντρες όλα τα φτιαγμένα αμάξια με τις αεροτομές. Θα λέγεται: «Ένα παπί πατάει τ΄Astra».
Ψυχολογικό θρίλερ: Θα είναι, λέει, μια χορεύτρια που θα βλέπει εφιάλτες κάθε βράδυ -πριν την πρεμιέρα της Λίμνης των Κύκνων- με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κοιμηθεί καλά. Έτσι κάθε πρωί στην πρόβα θα πηγαίνει ξενυχτισμένη. Θα έχει τίτλο: «Μαύρος Κύκλος».
Με σίριαλ κίλερ: Θα είναι, λέει, μια ομάδα φιλόζωων που θα ψάχνει ένα δολοφόνο σκύλων, ο οποίος θα δρα σε διάφορες περιοχές της Αθήνας. Ο τίτλος θα είναι: «Η κατανομή του Πλούτο».
Μυστικιστικό μυθιστόρημα: μια μυστική αδελφότητα στο βάθος των αιώνων δρα, με βαση το Βατικανό. Αρχηγός της θα είναι ένας απειλητικός βλάχος που δεν θέλει να επικοινωνεί με κανέναν. Θα λέγεται: «Mimoumilatti - οι Πεφοβισμένοι».
Σεξοπεριπέτεια: με πρωταγωνίστριες μεθυσμένες αγγλίδες τουρίστριες. Θα ψάχνουν, λέει, έναν κρυμμένο πάπυρο στις pub ενός νησιού. Ύστερα θα μεθούν και θα γίνονται ρεζίλι. Θα το ονομάσω: «Το Όνομα της Ρόδου».
Καλτ με μηνύματα: Ένας τυπάς είναι ορκισμένος να υπηρετεί το νόμο και να κυνηγάει εγκληματίες με τη βοήθεια του σούπερ-χάι-τεκ-έξυπνου αυτοκινήτου του, του Κιτ. Αλλά ο ήρωας έχει ένα ελάττωμα: Πίνει πολύ. «Ο πότης της ασφάλτου»
Αστυνομικό θρίλερ: Ένας ψυχοπαθής δολοφόνος είναι έγκλειστος στις φυλακές. Μια νεαρή ντετέκτιβ που ερευνά ένα έγκλημα, χρειάζεται τη βοήθεια του ψυχοπαθούς. Είναι Πάσχα. Ψάχνοντας κάθε στοιχείο, βλέπει δίπλα του μερικά κόκκινα αβγά. Τα περιεργάζεται. Αλλά εκείνα δε μιλούν. «Η Σιωπή των Αβγών».
Ερωτικό θρίλερ: Μια πιο-σεξυ-και-πρόστυχη-πεθαίνεις ψυχολόγος, που σιχαίνεται τα τατουάζ, αρχίξει να σκοτώνει -γρήγορα για να προλάβει πολλούς- τους εραστές της με παγοκόφτη. Τίτλος: «Βιαστικό Άστικτο».
Sci-Fi θρίλερ: Σε ένα ξενοδοχείο στο κέντρο της Νέας Υόρκης, ο υπάλληλος στη υποδοχή κοιμάται συνεχώς. Και βλέπει όνειρο. Μέσα σε όνειρο. Μέσα σε όνειρο. Μέσα σε όνειρο. Κι πόλη αρχίζει να διπλώνει. Τίτλος: «Reception»
Περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας: Στο μακρινό μέλλον, που ζουν ημιδιαστημικοί άνθρωποι, μια περίεργη γυναίκα με πορτοκαλί μαλλιά και λευκές κορδέλες για ρούχα, προσγειώνεται σε μαστιχονήσι του ανατολικού Αιγαίου. Ένας εξίσου περίεργος άντρας πάει μεσοβδόμαδα να λύσει το μυστήριο. Τίτλος: «Την Πέμπτη Στη Χίο».
Κατασκοπική περιπέτεια: Τρεις τύποι με κοστούμια, σταλμένοι από ένα κακό κράτος που όλοι μιλάνε με "χου", έχουν στόχο να ανατινάξουν ελληνικά κτήρια με κωδικοποιημένους πυροκροτητές. Μπερδεύουν, όμως, τους κωδικούς τους λόγω ασθενούς μνήμης -ξέρεις κατασκοπικό θρίλερ κι έτσι. Τίτλος: «Το κακό Μνημονικό και το ΤΝΤ καταστρέφουν την Ελλάδα».
Μικρού μήκους: Θα είμαι εγώ καθισμένος σε καρέκλα σ΄ένα λοφτ, κρατώντας μια παγωμένη μπύρα στο χέρι κι απέναντί μου μια μελαχροινή με γαλάζια μάτια θα γδύνεται αισθησιακά. Αυτό. Τίτλος: «Beer, γυμνή και θαύμασα».
Βιογραφία: Θα είναι η ιστορία ενός κάγκουρα που οδηγάει παπάκι. Όνειρό του είναι να το βελτιώσει τόσο ώστε κάποτε να προσπερνάει στις κόντρες όλα τα φτιαγμένα αμάξια με τις αεροτομές. Θα λέγεται: «Ένα παπί πατάει τ΄Astra».
Ψυχολογικό θρίλερ: Θα είναι, λέει, μια χορεύτρια που θα βλέπει εφιάλτες κάθε βράδυ -πριν την πρεμιέρα της Λίμνης των Κύκνων- με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κοιμηθεί καλά. Έτσι κάθε πρωί στην πρόβα θα πηγαίνει ξενυχτισμένη. Θα έχει τίτλο: «Μαύρος Κύκλος».
Με σίριαλ κίλερ: Θα είναι, λέει, μια ομάδα φιλόζωων που θα ψάχνει ένα δολοφόνο σκύλων, ο οποίος θα δρα σε διάφορες περιοχές της Αθήνας. Ο τίτλος θα είναι: «Η κατανομή του Πλούτο».
Μυστικιστικό μυθιστόρημα: μια μυστική αδελφότητα στο βάθος των αιώνων δρα, με βαση το Βατικανό. Αρχηγός της θα είναι ένας απειλητικός βλάχος που δεν θέλει να επικοινωνεί με κανέναν. Θα λέγεται: «Mimoumilatti - οι Πεφοβισμένοι».
Σεξοπεριπέτεια: με πρωταγωνίστριες μεθυσμένες αγγλίδες τουρίστριες. Θα ψάχνουν, λέει, έναν κρυμμένο πάπυρο στις pub ενός νησιού. Ύστερα θα μεθούν και θα γίνονται ρεζίλι. Θα το ονομάσω: «Το Όνομα της Ρόδου».
Καλτ με μηνύματα: Ένας τυπάς είναι ορκισμένος να υπηρετεί το νόμο και να κυνηγάει εγκληματίες με τη βοήθεια του σούπερ-χάι-τεκ-έξυπνου αυτοκινήτου του, του Κιτ. Αλλά ο ήρωας έχει ένα ελάττωμα: Πίνει πολύ. «Ο πότης της ασφάλτου»
Αστυνομικό θρίλερ: Ένας ψυχοπαθής δολοφόνος είναι έγκλειστος στις φυλακές. Μια νεαρή ντετέκτιβ που ερευνά ένα έγκλημα, χρειάζεται τη βοήθεια του ψυχοπαθούς. Είναι Πάσχα. Ψάχνοντας κάθε στοιχείο, βλέπει δίπλα του μερικά κόκκινα αβγά. Τα περιεργάζεται. Αλλά εκείνα δε μιλούν. «Η Σιωπή των Αβγών».
8 Μαρτίου 2011
Γράμμα στη γαλανομάτα χώρα
Αγαπημένη μου,
Ελλάδα, γιατί με πληγώνεις τόσο; Ναι, ξέρω· το΄λεγε ο ποιητής πως όπου και να πάει θα τον πληγώνεις, αλλά κάποια στιγμή -ρε συ- θα πρέπει να σταματήσει αυτή η συνήθεια. Δηλαδή, γιατί να μην σε θυμάμαι και να χαμογελώ;
Μου θυμίζεις μια ωραία γκόμενα, όχι πολύ ψηλή, μελαχροινή με καταγάλανα μάτια. Και το σώμα σου -ώ το σώμα σου!- γεμάτο καμπύλες και ομορφιά. Όλοι έχουν να το λένε. Παντού. Η ομορφιά σου είναι ανεπανάληπτη. Φαντάσου πως όλοι οι γείτονες εσένα θέλαν. Και, ξέρεις, για λίγο σε είχαν -τουλάχιστον έτσι νόμιζαν.
Αλλά, να, δεν φροντίζεις τον εαυτό σου. Έχεις όλη την ομορφιά του κόσμου, αλλά κάνεις τα πάντα για να την κρύβεις. Ας, πούμε, δεν ντύνεσαι καθόλου καλά. Φοράς παλιά τρύπια φορέματα, θαλασσιά αλλά λερωμένα. Βαθυπράσινα αλλά βρόμικα, γαμώτο. Σχεδόν καμμένα.
Εκτός των άλλων, ενώ έχεις προσωπικότητα -ήσουν τόσο μορφωμένη κι έξυπνη, αλλά τα ξέχασες- παρασύρεσαι εύκολα. Δηλαδή τι εύκολα, σχεδόν το επιδιώκεις. Μεγαλοπιάνεσαι. Και ζηλεύεις. Δεν λέω έχεις τα πάντα, αλλά εμπιστεύσαι λάθος ανθρώπους. Δεν έχεις καθόλου καλές δημόσιες σχέσεις: Σε εκμεταλλεύονται. Γνωρίζεις τύπους που το μόνο που θέλουν είναι να σε ρίξουν στο κρεββάτι. Μα τόσο ανόητη είσαι, δεν έχεις πάρει χαμπάρι;
Τώρα τελευταία, μια ξανθιά με βρόμικο πρότερο βίο, ξέρεις εξώλης και προώλης, απ΄αυτές που μπρος στην έξωθεν καλή μαρτυρία, καταπιέζουν τον εαυτό τους και τους άλλους, σου πέταξε τρεις προτάσεις και σου πήρε τα μυαλά. Σου δάνεισε τα ρούχα της και σου πήρε την αξιοπρέπεια. Σε είχαν προσβάλει και στο παρελθόν, αλλά κι εσύ τους έδινες δικαιώματα. Κι αυτή η ξανθιά τους έπεισε όλους.
Τώρα σου ζητάνε να κόψεις τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια. Και τις σπατάλες. Σου λένε πως θα παραμείνεις ποθητή, αλλά όλο και πέφτεις στις προτιμήσεις τους. Όλο και πιο κάτω. Σου δίνουν κανά δυο κοσμήματα που και που, αλλά μην νομίζεις πως θέλουν το καλό σου. Στο πεζοδρόμιο θέλουν να σε ρίξουν. Θυμάσαι τη Μέριλυν Μονρό; Ε, έτσι κι εσύ. Καταθλιπτική και δυστυχισμένη. Μόνο με φάρμακα νιώθεις καλύτερα. Και ψευδαισθήσεις.
Σου γράφω, γιατί σ΄αγαπώ. Δεν θέλω, διάολε, να σε βλέπω έτσι. Μου΄ρχεται να βάλω τα κλάματα. Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις, μου΄λεγες. Αλλά, να σου πω κάτι: Κάποτε αντιμετώπιζες τις δυσκολίες με θράσος και επιμονή. Κάποτε. Εμπρός κοιτάζω τ΄αναμμένα μου κεριά! Θυμάσαι;
Έλα τώρα, μην στενοχωριέσαι -θα τη βρούμε τη λύση! Οικονομικό πρόβλημα, ε και; Τα πιο ωραία ραντεβού, με σποράκια στο παγκάκι δεν τέλειωναν; Αυτό να θυμάσαι.
ΥΓ. Άναψε τα φώτα. Σκοτείνιασε.
Ελλάδα, γιατί με πληγώνεις τόσο; Ναι, ξέρω· το΄λεγε ο ποιητής πως όπου και να πάει θα τον πληγώνεις, αλλά κάποια στιγμή -ρε συ- θα πρέπει να σταματήσει αυτή η συνήθεια. Δηλαδή, γιατί να μην σε θυμάμαι και να χαμογελώ;
Μου θυμίζεις μια ωραία γκόμενα, όχι πολύ ψηλή, μελαχροινή με καταγάλανα μάτια. Και το σώμα σου -ώ το σώμα σου!- γεμάτο καμπύλες και ομορφιά. Όλοι έχουν να το λένε. Παντού. Η ομορφιά σου είναι ανεπανάληπτη. Φαντάσου πως όλοι οι γείτονες εσένα θέλαν. Και, ξέρεις, για λίγο σε είχαν -τουλάχιστον έτσι νόμιζαν.
Αλλά, να, δεν φροντίζεις τον εαυτό σου. Έχεις όλη την ομορφιά του κόσμου, αλλά κάνεις τα πάντα για να την κρύβεις. Ας, πούμε, δεν ντύνεσαι καθόλου καλά. Φοράς παλιά τρύπια φορέματα, θαλασσιά αλλά λερωμένα. Βαθυπράσινα αλλά βρόμικα, γαμώτο. Σχεδόν καμμένα.
Εκτός των άλλων, ενώ έχεις προσωπικότητα -ήσουν τόσο μορφωμένη κι έξυπνη, αλλά τα ξέχασες- παρασύρεσαι εύκολα. Δηλαδή τι εύκολα, σχεδόν το επιδιώκεις. Μεγαλοπιάνεσαι. Και ζηλεύεις. Δεν λέω έχεις τα πάντα, αλλά εμπιστεύσαι λάθος ανθρώπους. Δεν έχεις καθόλου καλές δημόσιες σχέσεις: Σε εκμεταλλεύονται. Γνωρίζεις τύπους που το μόνο που θέλουν είναι να σε ρίξουν στο κρεββάτι. Μα τόσο ανόητη είσαι, δεν έχεις πάρει χαμπάρι;
Τώρα τελευταία, μια ξανθιά με βρόμικο πρότερο βίο, ξέρεις εξώλης και προώλης, απ΄αυτές που μπρος στην έξωθεν καλή μαρτυρία, καταπιέζουν τον εαυτό τους και τους άλλους, σου πέταξε τρεις προτάσεις και σου πήρε τα μυαλά. Σου δάνεισε τα ρούχα της και σου πήρε την αξιοπρέπεια. Σε είχαν προσβάλει και στο παρελθόν, αλλά κι εσύ τους έδινες δικαιώματα. Κι αυτή η ξανθιά τους έπεισε όλους.
Τώρα σου ζητάνε να κόψεις τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια. Και τις σπατάλες. Σου λένε πως θα παραμείνεις ποθητή, αλλά όλο και πέφτεις στις προτιμήσεις τους. Όλο και πιο κάτω. Σου δίνουν κανά δυο κοσμήματα που και που, αλλά μην νομίζεις πως θέλουν το καλό σου. Στο πεζοδρόμιο θέλουν να σε ρίξουν. Θυμάσαι τη Μέριλυν Μονρό; Ε, έτσι κι εσύ. Καταθλιπτική και δυστυχισμένη. Μόνο με φάρμακα νιώθεις καλύτερα. Και ψευδαισθήσεις.
Σου γράφω, γιατί σ΄αγαπώ. Δεν θέλω, διάολε, να σε βλέπω έτσι. Μου΄ρχεται να βάλω τα κλάματα. Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις, μου΄λεγες. Αλλά, να σου πω κάτι: Κάποτε αντιμετώπιζες τις δυσκολίες με θράσος και επιμονή. Κάποτε. Εμπρός κοιτάζω τ΄αναμμένα μου κεριά! Θυμάσαι;
Έλα τώρα, μην στενοχωριέσαι -θα τη βρούμε τη λύση! Οικονομικό πρόβλημα, ε και; Τα πιο ωραία ραντεβού, με σποράκια στο παγκάκι δεν τέλειωναν; Αυτό να θυμάσαι.
Ξέρεις ποιος
ΥΓ. Άναψε τα φώτα. Σκοτείνιασε.
25 Δεκεμβρίου 2010
Ναι, Βιρτζίνια, o άγιος Βασίλης υπάρχει
Το 1897 η 8χρονη Βιρτζίνια έστειλε ένα γράμμα στην εφημερίδα The New York Sun ζητώντας μια απάντηση στο ερώτημα που προβληματίζει ακόμα παιδιά αυτής της ηλικίας: ήθελε να μάθει αν υπάρχει Αγιος Βασίλης. Ο εκδότης της εφημερίδας, Francis P. Church, ανταποκρίθηκε στην επιστολή της μικρής, δίνοντας την απάντησή του μέσα από ένα σημείωμα στην εφημερίδα. Το σημείωμα αυτό έμελλε να σημαδέψει την ιστορία της εφημερίδας, αφού αναδημοσιευόταν από τότε κάθε χρόνο μέχρι το 1949, οπότε σταμάτησε να εκδίδεται το έντυπο. Σήμερα, το ίδιο κείμενο θεωρείται μια από τις πιο ξεχωριστές αναφορές στον αγαπημένο άγιο των παιδιών.
Dear Editor: Είμαι 8 χρόνων.
Μερικοί από τους μικρούς μου φίλους λένε ότι δεν υπάρχει Aη-Βασίλης.
Ο μπαμπάς μου λέει "Αν το δεις στην The Sun, έτσι θάναι".
Παρακαλώ, πείτε μου την αλήθεια, υπάρχει ο άγιος Βασίλης;
Virginia O'Hanlon
Βιρτζίνια, οι φίλοι σου κάνουν λάθος. Έχουν επηρεασθεί από τον σκεπτικισμό της εποχής μας. Δεν πιστεύουν παρά μόνο ό,τι βλέπουν. Νομίζουν ότι τίποτα δεν υπάρχει αν δεν μπορούν να το αντιληφθούν με το μικρό τους το μυαλό. Όλα τα μυαλά Βιρτζίνια, ανεξάρτητα από το αν είναι ενήλικων ή παιδιών, είναι μικρά. Σ' αυτό το τεράστιο σύμπαν ο άνθρωπος είναι ένα μικρούτσικο έντομο, ένα μυρμήγκι, όσον αφορά την διάνοιά του, σε σχέση με τον απέραντο κόσμο γύρω του, όπως μετριέται με την έλλογη ικανότητά του να συλλάβει όλη την αλήθεια και τη γνώση. Ναι, Βιρτζίνια, ο άγιος Βασίλης υπάρχει.
Υπάρχει όπως σίγουρα υπάρχει η αγάπη και η γενναιοδωρία και η ευλάβεια και ξέρεις ότι σ' αγκαλιάζουν και δίνουν στη ζωή σου ομορφιά και χαρά. Αλίμονο! πόσο ζοφερός θα ήταν ο κόσμος μας αν δεν υπήρχε ο Aη-Βασίλης. Θα ήταν τόσο ζοφερός όσο αν δεν υπήρχαν Βιρτζίνιες. Δεν θα υπήρχε η αγνή πίστη των παιδιών, η ποίηση, η φαντασία που κάνει υποφερτή την ύπαρξή μας. Δε θα είχαμε χαρά παρά μόνο με τις αισθήσεις και την όραση. Το εξωτερικό φως με το οποίο η παιδικότητα γεμίζει τον κόσμο θα σβήσει.
Δεν πιστεύεις στον Aη-Βασίλη! Μπορεί επίσης να μη πιστεύεις τις νεράιδες. Μπορεί να πείσεις τον μπαμπά σου να προσλάβει ανθρώπους να παρακολουθούν όλες τις καμινάδες την παραμονή των Χριστουγέννων για να πιάσουν τον Αη-Βασίλη, αλλά ακόμη και αν δεν τον δεις να κατεβαίνει, τι θα αποδείκνυε αυτό; Κανένας δεν βλέπει τον Αη-Βασίλη αλλά αυτό δεν είναι απόδειξη ότι δεν υπάρχει ο Αη-Βασίλης. Τα πιο σπουδαία πράγματα στον κόσμο είναι εκείνα τα οποία ούτε οι μεγάλοι ούτε τα παιδιά μπορούν να δουν. Είδες ποτέ νεράιδες να χορεύουν στα ξέφωτα; Σίγουρα όχι, αλλά αυτό δεν είναι απόδειξη ότι δεν υπάρχουν. Κανένας δεν μπορεί να αντιληφθεί ή να φανταστεί όλα τα θαύματα που είναι αόρατα και δεν μπορείς να τα δεις στον κόσμο.
Μπορείς να χωρίσεις τα τμήματα μιας παιδικής κουδουνίστρας και να δεις τι είναι αυτό που κάνει το θόρυβο, αλλά υπάρχει ένα πέπλο που καλύπτει τον αόρατο κόσμο, το οποίο ούτε ο δυνατότερος άνθρωπος, ούτε η συνενωμένη δύναμη των δυνατότερων ανθρώπων που έχουν ζήσει δεν θα μπορούσαν να το τραβήξουν. Μόνο η πίστη, η ποίηση, η αγάπη, η φαντασία μπορούν να τραβήξουν αυτήν την κουρτίνα και να δει και να περιγράψει την υπερφυσική ομορφιά και δόξα πίσω της. Είναι όλα πραγματικά; Α, Βιρτζίνια, σ' αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχει τίποτα πραγματικό και μόνιμο.
Δεν υπάρχει Αη-Βασίλης; Δόξα τω Θεώ ζει και θα ζει για πάντα. Μετά από χιλιάδες χρόνια από τώρα Βιρτζίνια, ίσως 10 φορές 10.000 χρόνια από τώρα, θα συνεχίσει να δίνει χαρά στην καρδιά των παιδιών.
Καλά Χριστούγεννα και Ευτυχισμένος ο Καινούριος Χρόνος.
Francis P. Church,
New York Sun, 1897
17 Οκτωβρίου 2010
Cinema Criticism
Buried
Ένας άνθρωπος, προφανώς άτυχος αλλά έξαιρετικά έξυπνος, βρίσκεται θαμμένος σε ένα φέρετρο χωρίς να ξέρει που βρίσκεται. Ξέρει μόνο πως στην τσέπη του έχει ένα κινητό κι έναν αναπτήρα και πως αν θέλει να ζήσει, πρέπει να συνδυάσει στοιχεία, πρωτού τελειώσει το οξυγόνο, και μαζί του κι η ταινία. Το φιλμ είναι υπερβολικά κλειστοφοβικό, αλλά έχει ωραία τρικ κι ο σκηνοθέτης είναι μάγκας, οπότε δεν πρόκειται να βαρεθείς. Θυμίζει την ιδέα του Τηλε-φονικός θάλαμος, όλη η ταινία είναι στημένη με έναν μόνο ηθοποιό, με τη διαφορά ότι εδώ ο πρωταγωνιστής δεν κινδυνεύει από έναν ελεύθερο σκοπευτή, αλλά από την έλλειψη οξυγόνου. Πάντα θεωρούσα εξαιρετικά δύσκολο, μια μονότονη ταινία με έναν ηθοποιό να είναι ενδιαφέρουσα. Ε, αυτή εδώ είναι.
→ Πιο-κλειστοφοβικό-δεν-πάει θρίλερ που περνάει το τεστ.
→ Βαθμός: 3/5
6 Οκτωβρίου 2010
Ένα τσιγάρο δρόμος
Μου τη σπάει να μου λένε τι να κάνω. Ακόμη περισσότερο, μ΄εκνευρίζει να μου τονίζουν πως ό,τι γίνεται, γίνεται για το καλό μου. Όχι ρε, δεν θέλω. Θέλω για μια φορά σ΄αυτή τη χώρα, του μηδενός και του απείρου, να μου δώσουν το δικαίωμα επιλογής.
Δεν καπνίζω. Δηλαδή μπορεί κανά βράδυ, όταν βγαίνω, να κάνω κανά δυο για να μπω στο κλίμα, αλλά γενικώς δεν είμαι καπνιστής. Στην ουσία, δεν έπρεπε να μ΄ενοχλεί η νέα απαγόρευση του καπνίσματος: έπρεπε να τη δικαιολογώ. Αλλά -διάολε- όχι. Απ΄τη στιγμή που πωλείται νόμιμα, με ποια λογική θεωρείται παράνομο; Λες και όλα πήγαιναν καλά και το μόνο που έλειπε, ήταν η βελτίωση της υγείας των πολιτών. Στη χώρα που τα ποτάμια της κοντεύουν να γίνουν κόκκινα απ΄τα λύματα, που η πρωτεύουσά της αναπνεύει τεχνητά και που το καθημερινό στρες έχει γίνει τρόπος ζωής, αυτό ήταν το μόνο που έλειπε. Οι καθαροί κλειστοί χώροι.
Λέω να πάω σε κανά μπαρ να τα πιω, αλλά ανησυχώ μήπως ο καπνός του τσιγάρου, ενοχλήσει τον διπλανό μεθυσμένο ή εκείνον που φλερτάρει τη γκόμενα έξι τραπέζια μακριά. Δε θα ανάψω τσιγάρο, γιατί στα μπουζούκια, ο καπνός θα ενοχλήσει τον ¨καλλιτέχνη¨ που εκείνη τη ώρα δεν βλέπει μπροστά του απ΄τα φώτα και τις καταχρήσεις. Και στην καφετέρια θα αποφύγω να καπνίσω, γιατί η διπλανή γιαγιά αποφάσισε πως έχει ωραία μέρα για βόλτα ή η μαμά στο διπλανό τραπέζι του κοσμικού καφέ θεώρησε καλύτερο να φέρει τα παιδιά στον θεόκλειστο χώρο με την πιο-δυνατά-πεθαίνεις μουσική απ΄το να τα πάει στην παιδική χαρά. Λες και είναι τόσο δύσκολο να δημιουργηθούν χώροι καπνιζόντων και μη.
Θα στο ξαναπώ: καπνίζω σπάνια, σχεδόν ποτέ. Αλλά ξέρεις κάτι -διάολε: θέλω μερικά βράδια, σε άγνωστα μπαρ, να πίνω σκέτο τζιν και κοιτώντας τους περαστικούς να σκέφτομαι τι σκατά έχω κάνει, μέχρι τώρα, στη ζωή μου. Και για κάθε γκόμενα που είχα, κάθε φίλο που ξέχασα και κάθε στιγμή που μού μεινε χαραγμένη, να τραβάω μια τζούρα, στην υγειά τους. Κι ας είναι να χαλάσω τη δική μου...
Το κείμενο δημοσιεύεται και στο ellispoint.gr
Δεν καπνίζω. Δηλαδή μπορεί κανά βράδυ, όταν βγαίνω, να κάνω κανά δυο για να μπω στο κλίμα, αλλά γενικώς δεν είμαι καπνιστής. Στην ουσία, δεν έπρεπε να μ΄ενοχλεί η νέα απαγόρευση του καπνίσματος: έπρεπε να τη δικαιολογώ. Αλλά -διάολε- όχι. Απ΄τη στιγμή που πωλείται νόμιμα, με ποια λογική θεωρείται παράνομο; Λες και όλα πήγαιναν καλά και το μόνο που έλειπε, ήταν η βελτίωση της υγείας των πολιτών. Στη χώρα που τα ποτάμια της κοντεύουν να γίνουν κόκκινα απ΄τα λύματα, που η πρωτεύουσά της αναπνεύει τεχνητά και που το καθημερινό στρες έχει γίνει τρόπος ζωής, αυτό ήταν το μόνο που έλειπε. Οι καθαροί κλειστοί χώροι.
Λέω να πάω σε κανά μπαρ να τα πιω, αλλά ανησυχώ μήπως ο καπνός του τσιγάρου, ενοχλήσει τον διπλανό μεθυσμένο ή εκείνον που φλερτάρει τη γκόμενα έξι τραπέζια μακριά. Δε θα ανάψω τσιγάρο, γιατί στα μπουζούκια, ο καπνός θα ενοχλήσει τον ¨καλλιτέχνη¨ που εκείνη τη ώρα δεν βλέπει μπροστά του απ΄τα φώτα και τις καταχρήσεις. Και στην καφετέρια θα αποφύγω να καπνίσω, γιατί η διπλανή γιαγιά αποφάσισε πως έχει ωραία μέρα για βόλτα ή η μαμά στο διπλανό τραπέζι του κοσμικού καφέ θεώρησε καλύτερο να φέρει τα παιδιά στον θεόκλειστο χώρο με την πιο-δυνατά-πεθαίνεις μουσική απ΄το να τα πάει στην παιδική χαρά. Λες και είναι τόσο δύσκολο να δημιουργηθούν χώροι καπνιζόντων και μη.
Θα στο ξαναπώ: καπνίζω σπάνια, σχεδόν ποτέ. Αλλά ξέρεις κάτι -διάολε: θέλω μερικά βράδια, σε άγνωστα μπαρ, να πίνω σκέτο τζιν και κοιτώντας τους περαστικούς να σκέφτομαι τι σκατά έχω κάνει, μέχρι τώρα, στη ζωή μου. Και για κάθε γκόμενα που είχα, κάθε φίλο που ξέχασα και κάθε στιγμή που μού μεινε χαραγμένη, να τραβάω μια τζούρα, στην υγειά τους. Κι ας είναι να χαλάσω τη δική μου...
Το κείμενο δημοσιεύεται και στο ellispoint.gr
1 Οκτωβρίου 2010
Φοιτητικό τάβλι και μέτριος φραπέ
Θα γίνουν καλύτερα τα πανεπιστήμια; Όχι, δε θα γίνουν! Γιατί αν μπορούσαν να βελτιωθούν στο ελάχιστο, θα το είχαν κάνει εδώ και χρόνια. Και είναι μάταιο να πιστεύεις πως κάτι πάει ν΄αλλάξει φέτος.
Στο λέω ξεκάθαρα: τα ελληνικά πανεπιστήμια θα παραμείνουν μίζερα, ανεπαρκή, βρόμικα, κομματικοποιημένα, ανίκανα, χωρίς καμία φιλοδοξία. Θα συνεχίσουν να έχουν αιώνιους φοιτητές, υποβαθμισμένα πτυχία, ετοιμόρροπες εστίες και κυρίως ετοιμόρροπες νοοτροπίες. Ανθρώπους που διδάσκουν και διδάσκονται στο όνομα της αποκατάστασης στο δημόσιο, της εύκολης πρόσβασης σε οποιαδήποτε μεγαλοεταιρία και τη λογικής που χρόνια τώρα έχει κατακλύσει κάθε γωνιά αυτού του κράτους: της ξεπέτας.
Βλέπεις τα πανεπιστήμια του εξωτερικού και σε πιάνει κατάθλιψη. Θα μου πεις, απευθύνονται σε ένα άλλο κοινό. Ξέρεις κάτι, βαρέθηκα ν΄ακούω μια ζωή πως στραβός είναι ο γυαλός. Όταν δε δίνεις τα απαραίτητα κονδύλια, όταν υπονομεύεις χρόνια τώρα την παιδεία, όταν διορίζεις ανίκανους επαγγελματίες βυσματίες σε νευραλγικές θέσεις και κυρίως αφήνεις παρατάξεις και κομματόσκυλα να αλωνίζουν στις σχολές, θα έχεις ανάλογα αποτελέσματα. Ό, τι σπέρνεις θερίζεις.
Αλήθεια, για ποιό λόγο πρέπει να υπάρχουν κόμματα μέσα στα πανεπιστήμια; Που αλλού το είδαμε; Θα μου πεις, πώς αλλιώς θα ανδρωθούν τα νέα φυντάνια της δεξιάς, αριστερής και κεντρώας λαμογίστικης οικογενειοκρατικής ιδεολογίας.. Γιατί η λογική της τριτοβάθμιας ζωής είναι ένα ομοίωμα όσων θα συναντήσεις έξω. Μια μικρογραφία εκείνης της κοινωνίας που σε αναγκάζει να κυνηγήσεις τις εύκολες λύσεις και τις πολλές γνωριμίες.
Αφίσες, εκλογές και καφές. Αν μου ζητούσαν να περιγράψω, με τρεις λέξεις, την εικόνα του ελληνικού πανεπιστημίου, αυτές θα σκεφτόμουν. Εκείνης της ιδέας που στο τέλος της τρίτης λυκείου, ταυτίζονταν με όνειρα, προσδοκίες και χαμόγελα. Και που λίγα χρόνια μετά, έσβησαν σαν μεσημεριανό τσιγάρο στο κυλικείο της σχολής.
Το κείμενο δημοσιεύεται και στο ellispoint.gr
Στο λέω ξεκάθαρα: τα ελληνικά πανεπιστήμια θα παραμείνουν μίζερα, ανεπαρκή, βρόμικα, κομματικοποιημένα, ανίκανα, χωρίς καμία φιλοδοξία. Θα συνεχίσουν να έχουν αιώνιους φοιτητές, υποβαθμισμένα πτυχία, ετοιμόρροπες εστίες και κυρίως ετοιμόρροπες νοοτροπίες. Ανθρώπους που διδάσκουν και διδάσκονται στο όνομα της αποκατάστασης στο δημόσιο, της εύκολης πρόσβασης σε οποιαδήποτε μεγαλοεταιρία και τη λογικής που χρόνια τώρα έχει κατακλύσει κάθε γωνιά αυτού του κράτους: της ξεπέτας.
Βλέπεις τα πανεπιστήμια του εξωτερικού και σε πιάνει κατάθλιψη. Θα μου πεις, απευθύνονται σε ένα άλλο κοινό. Ξέρεις κάτι, βαρέθηκα ν΄ακούω μια ζωή πως στραβός είναι ο γυαλός. Όταν δε δίνεις τα απαραίτητα κονδύλια, όταν υπονομεύεις χρόνια τώρα την παιδεία, όταν διορίζεις ανίκανους επαγγελματίες βυσματίες σε νευραλγικές θέσεις και κυρίως αφήνεις παρατάξεις και κομματόσκυλα να αλωνίζουν στις σχολές, θα έχεις ανάλογα αποτελέσματα. Ό, τι σπέρνεις θερίζεις.
Αλήθεια, για ποιό λόγο πρέπει να υπάρχουν κόμματα μέσα στα πανεπιστήμια; Που αλλού το είδαμε; Θα μου πεις, πώς αλλιώς θα ανδρωθούν τα νέα φυντάνια της δεξιάς, αριστερής και κεντρώας λαμογίστικης οικογενειοκρατικής ιδεολογίας.. Γιατί η λογική της τριτοβάθμιας ζωής είναι ένα ομοίωμα όσων θα συναντήσεις έξω. Μια μικρογραφία εκείνης της κοινωνίας που σε αναγκάζει να κυνηγήσεις τις εύκολες λύσεις και τις πολλές γνωριμίες.
Αφίσες, εκλογές και καφές. Αν μου ζητούσαν να περιγράψω, με τρεις λέξεις, την εικόνα του ελληνικού πανεπιστημίου, αυτές θα σκεφτόμουν. Εκείνης της ιδέας που στο τέλος της τρίτης λυκείου, ταυτίζονταν με όνειρα, προσδοκίες και χαμόγελα. Και που λίγα χρόνια μετά, έσβησαν σαν μεσημεριανό τσιγάρο στο κυλικείο της σχολής.
Το κείμενο δημοσιεύεται και στο ellispoint.gr
28 Σεπτεμβρίου 2010
Τελικά, μαζί τα φάγαμε;
Όχι ρε Θεόδωρε, δεν τα φάγαμε μαζί! Δεν ξέρω πόσοι ήσασταν την περίοδο που αναφέρεσαι, αλλά σε πείσμα του λόγου σου, δεν θα καούν και τα χλωρά μαζί με τα ξερά.
Γιατί, ξέρεις Θόδωρε, εμένα δε με διόρισε κανείς. Ούτε φταίω που το σύστημα είναι τρύπιο. Εγώ ήμουν απ΄αυτούς που έτρεχαν να βουλώσουν τρύπες. Που πληρώναμε και την εφορία και τα λάθη σας. Που όταν κάνατε διακοπές στα κότερα, εμείς στρώναμε πετσέτα στα βραχάκια τα απογεύματα του Αυγούστου.
Να σου πω κάτι: συμφωνώ μαζί σου. Με έχεις πείσει πως στη ζωή υπάρχει το μηδέν και το άπειρο. Αλλά, ξέρεις κάτι, βαρέθηκα μια ζωή εσείς να είστε στο ρετιρέ κι εγώ ο εκνευρισμένος ένοικος του ισογείου. Γιατί αυτό είμαι. Μου τη σπάνε τα πάρτυ σας, τα γλέντια, τα δυνατά γέλια και οι άνθρωποι που συναναστέφεστε. Μου τη σπάτε όλοι σας. Και κυρίως με ενοχλεί ο τρόπος που θα με κοιτάξεις όταν έρθουν αυξημένα τα κοινόχρηστα. Ούτε τον προμηθευτή πετρελαίου που, εσύ, διάλεξες θέλω να πληρώσω, ούτε τις διαδρομές του ασανσέρ στον πάνω όροφο.
Στην τελική, κι εσύ και όλοι, έχετε παραξηγήσει μερικά πράγματα. Το ότι έγινες διαχειριστής δεν σε κάνει διαφορετικό. Σαν κι εμένα είσαι κι εσύ. Απλώς, πώς να στο πω; Αντιλαμβανόμαστε αλλιώς τις ευθύνες. Εσύ, έχεις την κακιά συνήθεια να μιλάς εκ μέρους μου και να κρίνεις εξ ιδίων τα αλλότρια. Φταίς εσύ-φταίω κι εγώ, χρωστάς εσύ-χρωστάω κι εγώ. Αλλά, ρε συ Θόδωρε, δεν είναι έτσι.
Δε σε κατηγορώ. Μόνο, λίγο ντρέπομαι. Όχι για σένα, ούτε για τους απέναντι. Για μένα ντρέπομαι, που από αλλού ξεκίνησα κι αλλού κατέληξα. Ξανασκέψου όμως: θυμάσαι, στη διαδρομή μου, ένα αυτοκίνητο που μου έκλεισε το δρόμο; Υπουργικό ήταν. Όχι απαραίτητα δικό σου, αλλά έχει σημασία; Σημασία έχει που θα φανεί σαν ατύχημα.
Ξέρεις τι μου θύμισες; Το παιδί στο δημοτικό που κάνει φασαρία κι όταν η δασκάλα το βάλει τιμωρία, κατηγορεί το συμμαθητή του. Ή κι οι δυο μας ή κανείς, που λένε.
Δεν τα φάγαμε μαζί ρε Θόδωρε! Γιατί αν ήταν έτσι, με ¨έριξες¨ στη μοιρασιά. Και σε σένα που τα λέω όμως, συνεκδοχή είναι. Εννοώ όλους σας. Αυτόυς που νοιάζονται για το καλό μου. Και με ¨καρφώνετε¨ στην πρώτη ευκαιρία.
Το κείμενο δημοσιεύεται και στο ellispoint.gr
Γιατί, ξέρεις Θόδωρε, εμένα δε με διόρισε κανείς. Ούτε φταίω που το σύστημα είναι τρύπιο. Εγώ ήμουν απ΄αυτούς που έτρεχαν να βουλώσουν τρύπες. Που πληρώναμε και την εφορία και τα λάθη σας. Που όταν κάνατε διακοπές στα κότερα, εμείς στρώναμε πετσέτα στα βραχάκια τα απογεύματα του Αυγούστου.
Να σου πω κάτι: συμφωνώ μαζί σου. Με έχεις πείσει πως στη ζωή υπάρχει το μηδέν και το άπειρο. Αλλά, ξέρεις κάτι, βαρέθηκα μια ζωή εσείς να είστε στο ρετιρέ κι εγώ ο εκνευρισμένος ένοικος του ισογείου. Γιατί αυτό είμαι. Μου τη σπάνε τα πάρτυ σας, τα γλέντια, τα δυνατά γέλια και οι άνθρωποι που συναναστέφεστε. Μου τη σπάτε όλοι σας. Και κυρίως με ενοχλεί ο τρόπος που θα με κοιτάξεις όταν έρθουν αυξημένα τα κοινόχρηστα. Ούτε τον προμηθευτή πετρελαίου που, εσύ, διάλεξες θέλω να πληρώσω, ούτε τις διαδρομές του ασανσέρ στον πάνω όροφο.
Στην τελική, κι εσύ και όλοι, έχετε παραξηγήσει μερικά πράγματα. Το ότι έγινες διαχειριστής δεν σε κάνει διαφορετικό. Σαν κι εμένα είσαι κι εσύ. Απλώς, πώς να στο πω; Αντιλαμβανόμαστε αλλιώς τις ευθύνες. Εσύ, έχεις την κακιά συνήθεια να μιλάς εκ μέρους μου και να κρίνεις εξ ιδίων τα αλλότρια. Φταίς εσύ-φταίω κι εγώ, χρωστάς εσύ-χρωστάω κι εγώ. Αλλά, ρε συ Θόδωρε, δεν είναι έτσι.
Δε σε κατηγορώ. Μόνο, λίγο ντρέπομαι. Όχι για σένα, ούτε για τους απέναντι. Για μένα ντρέπομαι, που από αλλού ξεκίνησα κι αλλού κατέληξα. Ξανασκέψου όμως: θυμάσαι, στη διαδρομή μου, ένα αυτοκίνητο που μου έκλεισε το δρόμο; Υπουργικό ήταν. Όχι απαραίτητα δικό σου, αλλά έχει σημασία; Σημασία έχει που θα φανεί σαν ατύχημα.
Ξέρεις τι μου θύμισες; Το παιδί στο δημοτικό που κάνει φασαρία κι όταν η δασκάλα το βάλει τιμωρία, κατηγορεί το συμμαθητή του. Ή κι οι δυο μας ή κανείς, που λένε.
Δεν τα φάγαμε μαζί ρε Θόδωρε! Γιατί αν ήταν έτσι, με ¨έριξες¨ στη μοιρασιά. Και σε σένα που τα λέω όμως, συνεκδοχή είναι. Εννοώ όλους σας. Αυτόυς που νοιάζονται για το καλό μου. Και με ¨καρφώνετε¨ στην πρώτη ευκαιρία.
Το κείμενο δημοσιεύεται και στο ellispoint.gr
13 Σεπτεμβρίου 2010
Αναμνήσεις του τελευταίου θρανίου
Αν έπρεπε να γράψω 100 λέξεις για το σχολείο, θα έγραφα την λέξη “θυμάμαι” εκατό φορές.
Θυμάμαι τα πάντα.
Τα σκαλιά, πολλά και μαρμάρινα. Θυμάμαι τον πίνακα, χιλιοσβησμένος μα βαθυπράσινος. Αν ζωγράφιζα τις αναμνήσεις μου, θα το έκανα πάνω του, με άσπρη σπασμένη κιμωλία και με το βλέμμα ψηλά. Και μετά ήταν οι φωνές, τα γέλια και τα σπρωξίματα. Και το επίμονο ηλεκτρικό κουδούνι, που διέκοπτε ευχάριστα κάθε σαρανταπέντε.
Θυμάμαι τα πάντα.
Τους συμμαθητές, τους καθηγητές, τους προέδρους. Και τους “αντιπάλους” από τη διπλανή τάξη. Και τα παιδιά του τελευταίου θρανίου. Και τους αριστούχους της πρώτης γραμμής.
Δεν ξέχασα τίποτα.
Ούτε τα μεγάλα βιβλία, ούτε τα μικρά διαλείμματα. Ούτε εκείνη την επίμονη μελωδία που σιγοσφύριζα όταν περίμενα το σχολικό. Ούτε τα κόκκινα χείλη που φίλησα πρώτη φορά.
Μα πάνω απ΄όλα θυμάμαι την πρώτη μέρα... Της τάξης, της χρονιάς, του σχολείου. Με τα “παιδιά”. Θυμάμαι να έχω τόσα να τους πω , να έχω τόσα να ακούσω. Με μια παιδική προσμονή που ποτέ δεν είπε να μεγαλώσει. Και με “εκείνη”. Που πάντα μου μιλούσε και πάντα με απέφευγε. Που ήταν πάντα κοντά και πάντα μακριά μου.
Και για την πρώτη εντύπωση, μετά από τρεις θαλασσινούς μήνες. Που πάντα υποχρεούνταν να είναι καλύτερη απ΄αυτή που άφησες. Καινούρια ρούχα, καινούρια τετράδια, καινούρια μυαλά. Και αναμνήσεις που δεν ήθελες να φύγουν. Και μέρες που δεν ήθελες να τελειώσουν. Και γέλια που δεν έλεγαν να σβήσουν.
Γιατί στην ουσία αυτό έκρυβε η κάθε πρώτη μέρα. Την αναμονή να ζήσεις με πάθος όλα αυτά που θα΄ρθουν. Τις πικρές χαρές και τα γλυκά κλάματα, τα φοβισμένα διαγωνίσματα, τα χαλαρά κενά. Αυτά που αποτυπώνονται στο χαμόγελό σου όταν ανοίξεις, πρώτη φορά, το σκουριασμένο χερούλι. Και βαδίσεις σχεδόν βαριεστημένα πετώντας την τσάντα κάτω.
Στο σχολείο ζεις, μαθαίνεις, αγαπάς, αισθάνεσαι. Ο αδερφός μου φέτος ξεκινάει τη δευτέρα δημοτικού. Κι αν, για κάτι, θα έπρεπε να ευχηθώ, αυτό θα ήταν: στα χρόνια που έρχονται, να ζήσει, να μάθει, να αγαπήσει, να αισθανθεί...
το κείμενο δημοσιεύεται και στο ellispoint.gr
Θυμάμαι τα πάντα.
Τα σκαλιά, πολλά και μαρμάρινα. Θυμάμαι τον πίνακα, χιλιοσβησμένος μα βαθυπράσινος. Αν ζωγράφιζα τις αναμνήσεις μου, θα το έκανα πάνω του, με άσπρη σπασμένη κιμωλία και με το βλέμμα ψηλά. Και μετά ήταν οι φωνές, τα γέλια και τα σπρωξίματα. Και το επίμονο ηλεκτρικό κουδούνι, που διέκοπτε ευχάριστα κάθε σαρανταπέντε.
Θυμάμαι τα πάντα.
Τους συμμαθητές, τους καθηγητές, τους προέδρους. Και τους “αντιπάλους” από τη διπλανή τάξη. Και τα παιδιά του τελευταίου θρανίου. Και τους αριστούχους της πρώτης γραμμής.
Δεν ξέχασα τίποτα.
Ούτε τα μεγάλα βιβλία, ούτε τα μικρά διαλείμματα. Ούτε εκείνη την επίμονη μελωδία που σιγοσφύριζα όταν περίμενα το σχολικό. Ούτε τα κόκκινα χείλη που φίλησα πρώτη φορά.
Μα πάνω απ΄όλα θυμάμαι την πρώτη μέρα... Της τάξης, της χρονιάς, του σχολείου. Με τα “παιδιά”. Θυμάμαι να έχω τόσα να τους πω , να έχω τόσα να ακούσω. Με μια παιδική προσμονή που ποτέ δεν είπε να μεγαλώσει. Και με “εκείνη”. Που πάντα μου μιλούσε και πάντα με απέφευγε. Που ήταν πάντα κοντά και πάντα μακριά μου.
Και για την πρώτη εντύπωση, μετά από τρεις θαλασσινούς μήνες. Που πάντα υποχρεούνταν να είναι καλύτερη απ΄αυτή που άφησες. Καινούρια ρούχα, καινούρια τετράδια, καινούρια μυαλά. Και αναμνήσεις που δεν ήθελες να φύγουν. Και μέρες που δεν ήθελες να τελειώσουν. Και γέλια που δεν έλεγαν να σβήσουν.
Γιατί στην ουσία αυτό έκρυβε η κάθε πρώτη μέρα. Την αναμονή να ζήσεις με πάθος όλα αυτά που θα΄ρθουν. Τις πικρές χαρές και τα γλυκά κλάματα, τα φοβισμένα διαγωνίσματα, τα χαλαρά κενά. Αυτά που αποτυπώνονται στο χαμόγελό σου όταν ανοίξεις, πρώτη φορά, το σκουριασμένο χερούλι. Και βαδίσεις σχεδόν βαριεστημένα πετώντας την τσάντα κάτω.
Στο σχολείο ζεις, μαθαίνεις, αγαπάς, αισθάνεσαι. Ο αδερφός μου φέτος ξεκινάει τη δευτέρα δημοτικού. Κι αν, για κάτι, θα έπρεπε να ευχηθώ, αυτό θα ήταν: στα χρόνια που έρχονται, να ζήσει, να μάθει, να αγαπήσει, να αισθανθεί...
το κείμενο δημοσιεύεται και στο ellispoint.gr
7 Σεπτεμβρίου 2010
Λόγια του Σεπτέμβρη
Ο Σεπτέμβρης είναι ο πιο ρομαντικός και μελαγχολικός μήνας του χρόνου. Αλλά 1η Σεπτέμβρη λέγονται και οι πιο κλισέ αστείες ατάκες…
Άντε, καλό χειμώνα/ Και τώρα τα κεφάλια μέσα / Τσιγάρο τέλος/ Από σήμερα δίαιτα / Κομμένα τα περιττά έξοδα/ Αρχίζω διάβασμα/ Πιάνω δουλειά/ Ψάχνω σπίτι / Πάμε για κανα τελευταίο μπάνιο/ Σα να έβαλε ψύχρα μου φαίνεται/ Πάρε και μια ζακέτα μαζί/ Έχω μείνει ταπί/ Πότε αρχίζει το Τσάμπιονς λιγκ;/ Πάμε εκδρομή το Σαββατοκύριακο/ Έρχονται εκλογές / Γαμημένη κίνηση/ Είναι η μεγάλη επιστροφή/ Μέγκα μου/ Πρέπει να πάμε σούπερ μάρκετ/ Έχει λήξει απ τον Ιούλιο/ Χρωστάμε
Άντε, καλό χειμώνα/
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








